ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

Λίζα, η τρελή. (Βλέπεις κάποιον. Νομίζεις πως ξέρεις και την ιστορία του;)

Νίκος: «Λίζα, εμείς σε αγαπάμε, σε θέλουμε κοντά μας. Για το καλό σου το λέω, προσπάθησε να μην εκνευρίζεσαι με τους ανθρώπους…»

Λίζα: «Πώς να μην εκνευρίζομαι, Νίκο; Πώς; Κάθε βλάκας, κάθε χαζή, με βλέπουν και με κοροϊδεύουν. Περπατάω στον δρόμο, δεν πειράζω κανέναν, έρχοναι και με πειράζουν αυτοί. Γιατί; Τι τους έκανα;»

Ήρα: «Λίζα μου, καλό μου κορίτσι, και εσύ έχεις μεγάλη γλώσσα. Φασαρία βλέπεις και τρέχεις να πάρεις μέρος!»

Λ: «Όχι, Ήρα, δεν είναι έτσι. Το δίκαιο κοιτάω και αυτό προσπαθώ να εξηγήσω και να πω. Το δίκαιο, το σωστό».

Ν: «Δεν είναι όμως δίκαιη η κοινωνία μας και οι περισσότεροι δεν νοιάζονται για την αλήθεια και το σωστό. Εσύ το μόνο που πετυχαίνεις είναι να τους κάνεις να σου μιλούν άσχημα»

Λ: «Και τι έγινε, Νίκο; Έχετε κάποιο πρόβλημα εσείς με αυτό το θέμα; Ξέρουν αυτοί τι έχω περάσει εγώ στη ζωή;»

O πατέρας μου της εξήγησε πως φυσικά και δεν είχαν πρόβλημα, άλλωστε η πόρτα του σπιτιού μας ήταν πάντα ανοιχτή για τη Λίζα και όχι μόνο. Μετά από λίγη ώρα πήγε να κοιμηθεί, το πρωί θα ξυπνούσε στις 04.30 για να ετοιμαστεί και να πάει στη δουλειά του. Παραλίγο θα με έβλεπε που κρυφάκουγα, αλλά πρόλαβα και κρύφτηκα και δεν με είδε. Επέστρεψα στη θέση μου…

Η Λίζα και η μητέρα μου συζητούσαν, μέχρι που κάποια στιγμή η Λίζα ξέσπασε…

Λ: «Ήρα, σου έχω πει την ιστορία μου; Θέλεις να μάθεις την αλήθεια για μένα;»

Κατερίνη, Χειμώνας 2021

Στη δεύτερη περίοδο της καραντίνας που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα από τον Νοέμβριο του 2020 ως και τις 2 Μαϊου του 2021, είχα και πάλι την ευκαιρία να περάσω αρκετό χρόνο με τη μητέρα μου. Ένα βράδυ που συζητούσαμε μου μίλησε για έναν άνθρωπο που γνωρίζαμε και οι δύο. Αυτή τον συμπαθούσε, εγώ όχι…

– «Μαμά, τόσα χρόνια σε όλες τις δουλειές μου έρχομαι σε επαφή με χιλιάδες ανθρώπους. Καμπάνιες πολιτικών, ακίνητα, φωτοβολταϊκά, παραγωγοί βιολογικών προϊόντων, εταιρείες στη Ρουμανία και τόσα άλλα. Ξέρω κάποια πράγματα, νομίζω πως ξέρω να αξιολογώ τους ανθρώπους, έστω και λίγο».

– «Την τύφλα σου ξέρεις! Εντάξει, μάθατε και οι τρεις σας τα βασικά, όμως ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για το τι κρύβει ένας άνθρωπος στην ψυχή του! Ποτέ δεν ξέρεις την ιστορία του!»

– «Συχνά στη δουλειά μου είμαι υποχρεωμένος να βγάζω συμπεράσματα γρήγορα και καταλαβαίνω…»

– «Ε λοιπόν η ζωή δεν είναι μόνο δουλειά! Και δεν μπορείς να διαβάσεις με επιτυχία όλους τους ανθρώπους με τη μία!» μου απάντησε θυμωμένη.

– «Συμφωνώ. Έχω αρκετές περιπτώσεις που έχω εκπλαγεί θετικά ή και αρνητικά από κάποιον άνθρωπο».

– «Και που να είχες γνωρίσει τη Λίζα την τρελή…»

– «Ποια είναι η Λίζα; Η… τρελή;»

Αν στη ζωή μου έχω ακούσει χιλιάδες ιστορίες, μία από τις δέκα πιο «δύσκολες» ήταν η ιστορία της Λίζας…

– «Πάμε πίσω στην Κατερίνη της δεκαετίας του ’50…»

– «Σε ακούω με προσοχή»

Κατερίνη, 1950 – 1960

– «Γεννήθηκα το 1945, αμέσως μετά τον πόλεμο. Έτσι ήμουν μικρό παιδί όταν η «Λίζα η τρελή» μπήκε στη ζωή της οικογένειάς μας…»

– «Ποια ήταν αυτή η γυναίκα;»

– «Από κάποια στιγμή και μετά την έβλεπα στο σπίτι μας, ερχόταν και έτρωγε σε εμάς».

– «Γιατί την έλεγαν τρελή;»

Η Λίζα «η τρελή»

– «Η Λίζα είχε έρθει στην πόλη μετά τον πόλεμο. Μόνη της ήταν. Είχε συγγενείς στην Αίγυπτο, την Κατερίνη και το Κιλκίς, αλλά επέλεξε να έρθει κοντά στους δικούς της στα μέρη μας. Ήταν μία γυναίκα ταλαιπωρημένη, κοντά στα 50. Για εκείνα τα χρόνια θα την έλεγες ψηλή, με ωραίο πρόσωπο και χαρακτηριστικά. Είχε όμως «το βλέμμα του τρελού»…

Η «σιφονιέρα»

Δεν μπορούσε να κάνει μπάνιο συχνά, μιας και δεν είχε συχνά που να μείνει. Δεν είχε χρήματα για να καλλωπιστεί, όμως προσπαθούσε να δείχνει περιποιημένη, με τα μαλλιά πάντα χτενισμένα. Κυκλοφορούσε στην Κατερίνη όλη την ημέρα, συνήθως με τα ίδια ρούχα, βρώμικη, με άσχημη μυρωδιά. Δεν είχε σπίτι κανονικό… Πήγε και αυτή στην άκρη της πόλης μαζί με τους πρόσφυγες που είχαν έρθει από την Τουρκία πριν 20 – 30 χρόνια και είχαν καταπατήσει κάποια έκταση. Για 1 χρόνο η γυναίκα δεν είχε καν δωμάτιο, κοιμόταν με τα ρούχα της κάτω από μία τσίγκινη σκεπή. Τότε της έβγαλαν και το παρατσούκλι «η σιφονιέρα», επειδή έλεγε στον κόσμο ότι «τι να κάνω, εγώ η ίδια είμαι η σιφονιέρα μου». Δεν είχε που να αφήσει τα ρούχα της… πέρασε καιρός μέχρι να της δώσουν οι συγγενείς της χρήματα και να κτίσει εκεί παράνομα μία κάμαρα για να μείνει σαν άνθρωπος κάπου…»

«Τα δικαιώματα των γυναικών»

– «Και εσύ πώς τη γνώρισες;»

– «Οι γονείς μου, ο παππούς σου ο Νικόλας και η γιαγιά σου η Ήρα ήταν από αυτούς που τη φιλοξενούσαν για να φάει κάποιες μέρες του μήνα, ενώ αν έβρισκε και κάποιο παλιό ρούχο, η μητέρα μου της το έφτιαχνε στα μέτρα της. Η γυναίκα πήγαινε και σε συγγενείς της, όμως προσπαθούσε να μην τους επιβαρύνει όλους πάρα πολύ. Η μητέρα μου και ο πατέρας μου της έδειχναν σεβασμό και την αγαπούσαν, κάτι που εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω στην αρχή…»

– «Γιατί σου ήταν δύσκολο να το καταλάβεις;»

– «Όλοι την έλεγαν «τρελή» και «σιφονιέρα». Όταν έβγαινε στην πόλη, έμπαινε στις συζητήσεις των άλλων και είχε τη γνώμη της. Πολλοί που δεν είχαν επιχειρήματα για να της απαντήσουν άρχιζαν να την κοροϊδεύουν και να τη χλευάζουν, αυτή θύμωνε και γινόταν χαμός… μιλούσε για τα δικαιώματα των γυναικών, έλεγε σε κάποιους ότι δεν ξέρουν από τη ζωή και τις δυσκολίες της, νέες επιθέσεις και προσβολές…

Κάθε μικρή κοινωνία ψάχνει έναν άνθρωπο με πρόβλημα για να τον αποτρελάνει…

Εγώ τα άκουγα όλα αυτά χωρίς να ξέρω τη γυναίκα προσωπικά, ήμουν και μικρή. Έτσι είχα σχηματίσει την εντύπωση πως ήταν τρελή και πως δίκιο είχαν όσοι την κορόιδευαν. Είχε άλλωστε και το «βλέμμα του τρελού». 

Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο εντείνονταν οι επιθέσεις εναντίον της, οι χυδαίες προσβολές και τα χαζά αστεία…»

– «…κάθε κλειστή κοινωνία ψάχνει έναν άνθρωπο με πρόβλημα…»

– «…για να τον αποτρελάνει, ναι. Η Λίζα όμως δεν έκανε πίσω. Μάλιστα κάποιους τους έλεγε και χωριάτες ή βρωμιάρηδες, παρά το ότι ούτε η ίδια ήταν φρεσκολουσμένη.

Αν την έβλεπες, δεν θα σου ήταν δύσκολο να τη θεωρήσεις τρελή. Αν μάλιστα δεν είχες και τρόπους, θα μπορούσες να την προσβάλλεις χωρίς πρόβλημα, ήταν το εύκολο θύμα στην κοινωνία της Κατερίνης. Σκέψου ότι πολλά παιδιά της φώναζαν στον δρόμο «Λίζα η τρελή, Λίζα η τρελή» και αυτή τα κυνηγούσε…

– «Εσύ φαντάζομαι πως όχι».

– «Εμάς οι γονείς μας μας δίδαξαν να μην κοροϊδεύουμε τους αδύναμους. Το ίδιο σας έμαθα και εγώ εσάς…

… Η γνώμη μου όμως για τη Λίζα άλλαξε για πάντα όταν ένα βράδυ έτρωγαν με τη μητέρα και τον πατέρα μου και εγώ δεν κοιμόμουν, πήγα και κρυφάκουσα και έμαθα την αλήθεια…»

Νουθεσίες

Το πατρικό μου, όπως ξέρεις, δεν ήταν κάποιο αρχοντικό. Ένα σπίτι στο κέντρο της πόλης, καθαρό μα χωρίς πολλές πολυτέλειες. Κάθονταν στο μεγάλο τραπέζι της κουζίνας, συζητούσαν για διάφορα θέματα μέχρι που η Λίζα ανέφερε πως κάποιος την προσέβαλε ξανά…

Νίκος: «Λίζα, εμείς σε αγαπάμε, σε θέλουμε κοντά μας. Για το καλό σου το λέω, προσπάθησε να μην εκνευρίζεσαι με τους ανθρώπους…»

Λίζα: «Πώς να μην εκνευρίζομαι, Νίκο; Πώς; Κάθε βλάκας, κάθε χαζή, με βλέπουν και με κοροϊδεύουν. Περπατάω στον δρόμο, δεν πειράζω κανέναν, έρχοναι και με πειράζουν αυτοί. Γιατί; Τι τους έκανα;»

Ήρα: «Λίζα μου, καλό μου κορίτσι, και εσύ έχεις μεγάλη γλώσσα. Φασαρία βλέπεις και τρέχεις να πάρεις μέρος!»

Λ: «Όχι, Ήρα, δεν είναι έτσι. Το δίκαιο κοιτάω και αυτό προσπαθώ να εξηγήσω και να πω. Το δίκαιο, το σωστό».

Ν: «Δεν είναι όμως δίκαιη η κοινωνία μας και οι περισσότεροι δεν νοιάζονται για την αλήθεια και το σωστό. Εσύ το μόνο που πετυχαίνεις είναι να τους κάνεις να σου μιλούν άσχημα»

Λ: «Και τι έγινε, Νίκο; Έχετε κάποιο πρόβλημα εσείς με αυτό το θέμα; Ξέρουν αυτοί τι έχω περάσει στη ζωή;»

O πατέρας μου της εξήγησε πως φυσικά και δεν είχαν πρόβλημα, άλλωστε η πόρτα του σπιτιού μας ήταν πάντα ανοιχτή για τη Λίζα και όχι μόνο. Μετά από λίγη ώρα πήγε να κοιμηθεί, το πρωί θα ξυπνούσε στις 04.30 για να ετοιμαστεί και να πάει στη δουλειά του. Παραλίγο θα με έβλεπε που κρυφάκουγα, αλλά πρόλαβα και κρύφτηκα και δεν με είδε. Επέστρεψα στη θέση μου…

Η Λίζα και η μητέρα μου συζητούσαν, μέχρι που κάποια στιγμή η Λίζα ξέσπασε…

Λ: «Ήρα, σου έχω πει την ιστορία μου; Θέλεις να μάθεις την αλήθεια για μένα;»

Μία «τρελή» μορφωμένη και πρώην αρχόντισσα…

Τότε άκουσα την ιστορία της Λίζας και κατάλαβα πόσα λίγα ήξερα για αυτή…

Η Λίζα γεννήθηκε στο χωριό Φάτσα του Πόντου, όπως και ο παππούς σου ο Ηλίας. Εκεί οι περισσότεροι ασχολούνταν με το εμπόριο και είχαν πολλά χρήματα. Κάποιοι λένε πως ζούσαν όπως και εμείς σήμερα, χωρίς τα κομπιούτερ και τα κινητά. Μεγάλωσε με υπηρέτες και δασκάλους στο σπίτι, όχι μόνο λόγω χρημάτων, αλλά και γιατί ήταν κορίτσι…»

– «Δηλαδή;»

– «Στον Πόντο επί τουρκοκρατίας τα κορίτσια δεν πολυκυκλοφορούσαν και αν το έκαναν έβγαιναν μόνο με το πρόσωπο σχεδόν όλο σκεπασμένο. Αν έβλεπε κάποιος τούρκος μία κοπέλα και δήλωνε ερωτευμένος, ο πατέρας του τη ζητούσε για νύφη από τον πατέρα της και αυτός ήταν υποχρεωμένος ή να τη δώσει, ή να σκηνοθετήσει τον θάνατό της, αλλιώς θα αφανίζονταν όλη η οικογένειά τους.

Η Λίζα ήταν ευαγγελική στο θρήσκευμα, όπως και πολλοί άλλοι στον Πόντο. Διηγήθηκε στη μητέρα μου πώς γνώρισε τον μέλλοντα άντρα της. Όταν στην εκκλησία έκαναν προσευχή και έκλειναν όλοι τα μάτια, αυτή αντάλασσε βλέμματα μαζί του και κανόνιζαν που θα βρεθούν. Έτσι και τελικά παντρεύτηκε αυτόν που αγάπησε, όχι τον πλούσιο που της προξένευαν. Η Λίζα μεγάλωσε στα πούπουλα…

Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, ήρθε με τον άντρα της στην Ελλάδα, στο Κιλκίς. Έκαναν τρία αγόρια, για τα οποία καμάρωνε και τα λάτρευε. Ήταν σημείο αναφοράς για την κοινωνία εκεί, μία ευγενική γυναίκα, μία αρχόντισσα, με μία όμορφη οικογένεια, με οικονομική άνεση, βοήθαγε πολύ κόσμο…

Η καταστροφή…

Ήταν πριν τον πόλεμο του ΄40 που η Λίζα έπαθε την καταστροφή που τη σημάδεψε για όλη της τη ζωή. Μέσα σε λίγους μήνες έχασε τον άντρα της και τα τρία τους παιδιά από αρρώστια! Έμεινε μόνη, ενώ λίγο αργότερα ήρθε και ο πόλεμος… Όπως έλεγε η ίδια, ουσιαστικά δεν θυμόταν τι συνέβη στη ζωή της μετά τον θάνατο και του τελευταίου της παιδιού. Έχασε όλα της τα χρήματα, της γύρισαν την πλάτη όλοι όσοι είχε βοηθήσει, κατάφερε να επιβιώσει στην Κατοχή και μετά τον Εμφύλιο ήρθε στην Κατερίνη όπου είχε συγγενείς. Δεν μπορούσε να ζήσει άλλο στην πόλη που έχασε ό,τι αγάπησε στον κόσμο…

Λ: «Ήρα, πέρασαν τόσα χρόνια και ακόμη με πιάνει το παράπονο… θολώνει το μυαλό μου στη σκέψη ότι έμεινα μόνη σε αυτόν τον κόσμο. Ναι, λέω παραπανίσια λόγια, το παραδέχομαι. Όμως με πνίγει μέσα μου το αίσθημα της αδικίας, ψάχνω να βρω που έκανα λάθος και σε τι έφταιξα για να καταλήξω εδώ που είμαι, μα απάντηση δεν βρίσκω. Ναι, ενοχλούμαι όταν βλέπω άξεστους ανθρώπους να προσβάλλουν αδύναμους. Πάω και τους λέω πως δυνατός δεν είναι όποιος πειράζει ή κτυπάει τους αδύναμους, αυτός που το κάνει είναι άνανδρος. Είναι τόσο ανόητοι ορισμένοι άνθρωποι και εγώ τόσο πληγωμένη και μπερδεμένη…»

Η: «Έχεις εμάς που σε αγαπάμε και άλλους πολλούς, δεν είσαι μόνη σου, Λίζα μου γλυκιά» της είπε η μητέρα μου και έκλαψαν μαζί.

Το ίδιο δάκρυσα και εγώ όταν κατάλαβα πόσο πολύ είχε υποφέρει στη ζωή της αυτή η γυναίκα.

Όταν μεγάλωσα λίγο, κατάλαβα πως η Λίζα ήξερε λατινικά καλύτερα και από τους δασκάλους της Κατερίνης και βοηθούσε την αδερφή μου τη Νίτσα για το σχολείο. Όταν μεγάλωσε πολύ, κατέληξε στο γηροκομείο της Εκκλησίας. Ένας άνθρωπος που για άλλα ξεκίνησε στη ζωή και αλλού τον έβγαλε ο δρόμος του…»

Κατερίνη, Χειμώνας 2021

Σταμάτησα τη συζήτηση με τη μητέρα μου εκείνο το βράδυ. Μου ήρθε πολύ ξαφνικό όλο αυτό… χρειάστηκα να τη ρωτήσω άλλες τρεις φορές για να μου πει και τις υπόλοιπες λεπτομέρειες για τη Λίζα, την Πόντια που από αρχόντισσα βρέθηκε στον δρόμο, να τη χλευάζει κάθε κομπλεξικός…

Δεν ξέρω πόσα λάθη έχω κάνει στη ζωή μου, υποθέτω πολλές χιλιάδες. Κάποια από αυτά σίγουρα αφορούσαν και τη λάθος εκτίμηση προσώπων, είτε βλέποντάς τα καλύτερα από ό,τι είναι, είτε κατακρίνοντάς τα πριν τους δώσω την ευκαιρία να μου δείξουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα. Αν και νομίζω πως τα τελευταία χρόνια έχω βελτιωθεί στο θέμα αυτό, η ιστορία της Λίζας θα με κάνει να γίνω ακόμη πιο προσεκτικός. Γιατί όπως μου είπε και η μητέρα μου εκείνο το βράδυ…

«Βλέπεις κάποιον στον δρόμο, αλλάζεις μαζί του δύο κουβέντες. Νομίζεις πως ξέρεις και την ιστορία του; Νομίζεις πως καταλαβαίνεις τι κουβαλάει στην ψυχή του;»

Σκέψου το λίγο.

Τι γνώμη έχεις εσύ;

ΥΓ. Μου πήρε μήνες να βρω το κουράγιο «να αναμετρηθώ με τη Λίζα» και να γράψω αυτή την ιστορία. Μου είναι δύσκολο να καταλάβω γιατί ένας άνθρωπος να πάθει τόσο μεγάλο κακό στη ζωή του και ακόμη πιο δύσκολο να παραδεχτώ πως η κοινωνία μας πάντα προσπαθεί να κάνει κακό και να τρελάνει όποιον βρει αδύναμο.

Πάντα έλεγα ότι «το επίπεδο μίας κοινωνίας φαίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζονται τα πιο αδύναμα μέλη της», όμως μόνο μετά την αληθινή ιστορία της Λίζας συνειδητοποίησα πόσο ψηλά μπαίνει ο πήχης αυτός και πόσες φορές περνάμε όλοι μας από κάτω…

Reader Interactions

Ilias P. Papageorgiadis

Ilias Papageorgiadis

Ο Ηλίας Π. Παπαγεωργιάδης είναι επιχειρηματίας και σύμβουλος επιχειρήσεων, με δραστηριότητα από το 1993, πολλά και πετυχημένα projects, έντονη κοινωνική δράση, ενώ έχει συγγράψει και 4 βιβλία.

Σχόλια_

  1. Παρασκευας αναφέρει:

    Για να καταλάβεις έναν Άνθρωπο, πρέπει να έχεις ΑΓΆΠΗ ΧΡΙΣΤΟΎ! Η ΑΓΆΠΗ είναι μακροθυμη, είναι γεμάτη από ευμενειαν, δεν είναι ζηλοτυπη, δεν καυχάται, δεν είναι υπερήφανη, δεν κάνει άσχημιες, δεν ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθιζεται, δεν λογαριάζει το κακόν, αλλά συγχαίρει εις την αλήθεια, όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, ελπίζει για το κάθε τι. Η ΑΓΆΠΗ ΠΟΤΈ ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΎΣΗ ΝΑ ΥΠΆΡΧΕΙ.!!!

Διατυπώστε την άποψη σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Θέλεις να λαμβάνεις τα κείμενά μου απευθείας στο email σου;

Με ένα newsletter κάθε εβδομάδα. Επίσης θα πάρεις με προτεραιότητα τα υπό έκδοση e-books μου.

Με την εγγραφή σου συμφωνείς στην Πολιτική Τήρησης Απορρήτου του blog μου