ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

Ζητάει κάτι ο πελάτης; Βρες το, πρώτος (Το καράβι από την Αργεντινή)

«Ο καιρός ήταν απαίσιος. Η Αθήνα ήταν παγωμένη και ο Πειραιάς ακόμη πιο κρύος. Το χρώμα του ουρανού ήταν κάτι ανάμεικτο, γκρίζο και καφέ… Παρατήρησα πολλές άσχημες φάτσες γύρω μου. Άσχημες είπα; Ας πούμε καλύτερα ότι ήταν πρόσωπα από δυστυχισμένους ανθρώπους, που προσπαθούσαν να με «μετρήσουν» και να εκτιμήσουν την πιθανότητα να μου κλέψουν κάτι… Για μία στιγμή κοντοστάθηκα και σκέφτηκα… τι κάνω εγώ εδώ; Ένας νέος άνθρωπος από μία μικρή Ελληνική πόλη… στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας… σε ένα εντελώς εχθρικό περιβάλλον… να προσπαθώ να μη με κοροϊδέψουν όλοι αυτοί οι λύκοι, να μη με κατασπαράξουν…

Αλλά δεν είχα κάνει τόσο δρόμο για να τα παρατήσω εκείνη τη στιγμή. Αποφάσισα ότι δεν θα τους άφηνα να καταλάβουν πόσο πολύ φοβόμουν… έτσι άρχισα να τους ρωτάω έναν προς έναν, ψάχνοντας να βρω πληροφορίες «για το καράβι από την Αργεντινή»… τους κοιτούσα κατάματα για να καταλάβουν ότι ήμουν ίσος με αυτούς, ίσως και δυνατότερος… μου πήρε 4,5 ώρες για να το βρω. Όταν τελικά έφτασα στο σωστό σημείο, στάθηκα μπροστά από το πλοίο και κατάλαβα ότι μόλις ξεκινούσε η προσπάθειά μου να πετύχω κάτι αδύνατο…»

Ένα μπαλκόνι στην Παραλία Κατερίνης, Αύγουστος 1994

Η: «Μπαμπά, δεν μπορώ να βρω λύση σε αυτό το πρόβλημα. Όλοι μου λένε ότι είναι αδύνατο να τα καταφέρω…»

– «Θέλεις να ακούσεις μία συμβουλή;»

Η: «Εννοείς αν θέλω να με κρίνεις αυστηρά, ως συνήθως;»

– «Μία συμβουλή μπορεί να περιλαμβάνει και κριτική, όχι όμως πάντα. Πες μου ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημά σου».

Άρχισα να του εξηγώ όλες τις λεπτομέρειες για το επιχειρηματικό μου πρόβλημα. Ήμουν 19 χρονών, ιδιοκτήτης ενός δωρεάν διανεμόμενου περιοδικού (free press) στην πόλη μου την Κατερίνη, ένα από τα πρώτα στην Ελλάδα. Οι τοπικοί μου προμηθευτές ουσιαστικά με εκβίαζαν να τους πληρώσω πολύ αυξημένα κόστη χαρτιού και εκτύπωσης, πολύ πάνω από τις τιμές της αγοράς που ήξερα ποιες είναι. Είχαν ακούσει για την πρόωρη επιτυχία του εγχειρήματός μου και θεώρησαν πως ήταν η σωστή στιγμή να μου ρουφήξουν τα κέρδη…

Η: «… έτσι πιστεύω πως έχω φτάσει σε αδιέξοδο. Με εκβιάζουν, στην ψύχρα»

– «Θες να τους μιλήσω εγώ;»

Η: «Φυσικά και όχι!» (άκουσα τον ανόητο εαυτό μου να του απαντά)

Ο πατέρας μου χαμογέλασε. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Επέστρεψε με το αγαπημένο του «καπάκι από ουίσκυ». Είχε εμφανώς πολύ καλή διάθεση.

– «Αν θέλεις να βρούμε μία λύση, θα πρέπει να ξεβολευτείς, να σκεφτείς αλλιώτικα, όχι όπως κάνεις τώρα».

Η: «Αυτό μπορώ να το κάνω»

– «Εντάξει λοιπόν. Θέλεις να ταξιδέψουμε πίσω στον χρόνο;»

Η: «Θα με βοηθήσει στα αλήθεια;»

– «Θα απαντήσεις μόνος σου σε αυτή την ερώτηση αφού τελειώσουμε».

Ένα μεγάλο πρόβλημα, στην αρχή της δεκαετίας του ΄60

– «Η Ελλάδα ήταν εντελώς κατεστραμμένη μετά από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο που ακολούθησε. Η κτηνοτροφία έπρεπε ουσιαστικά να ξεκινήσει από την αρχή, ειδικά η αγελαδοτροφία. Έτσι, ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 το βοδινό κρέας ήταν σπάνιο και ακριβό. Οι εξαιρέσεις απλά επιβεβαίωναν τον κανόνα. Το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού κάλυπτε τις ανάγκες του με κατεψυγμένες «βοδινές μπάλες» των 2 κιλών, που πωλούνταν στα κρεοπωλεία. Τις πουλούσαμε φυσικά και εμείς στο δικό μας.

Υπήρχε όμως ένα μεγάλο πρόβλημα, για το οποίο κανείς δεν είχε λύση. Η πλειοψηφία από τις «βοδινές μπάλες» ήταν περισσότερο «βοδινό λίπος» παρά «βοδινό κρέας». Οι πελάτες ήταν πολύ θυμωμένοι, όμως δεν είχαν άλλη επιλογή. Εμείς, οι κρεοπώλες, δεν ξέραμε ποια «μπάλα» είχε κρέας και ποια είχε λίπος, για αυτό και ο κανόνας ήταν οι πελάτες να προπληρώνουν τη «μπάλα» και στη συνέχεια να την κόβουμε μπροστά τους. Περίπου τέσσερις στις πέντε «μπάλες» ήταν πολύ λιπαρές και συχνά αρκετοί πελάτες κατέληγαν να πληρώσουν δύο ή και τρεις, μέχρι να βρουν μία με κρέας. Εκείνα τα χρόνια οι γιατροί συνιστούσαν στους αρρώστους να τρώνε βοδινό. Για σκέψου πόσοι άνθρωποι είχαν στο σπίτι τους έναν άρρωστο και σε παρακαλούσαν, σε ικέτευσαν για μία «μπάλα» με κρέας… Λες και μπορούσες να διαλέξεις και να τους δώσεις!

«Δεν υπάρχει λύση»

Ήμουν περίπου 30 χρονών, νέος και γεμάτος ενέργεια, σαν και εσένα. Ένιωθα πολύ άσχημα για την κατάσταση αυτή, ντρεπόμουν. Το ίδιο και ο αδερφός μου ο Κώστας, ο θείος σου. Είχαμε αρχίσει να ξεπερνάμε τη μεγάλη καταστροφή με τα αρνιά στο τέλος της προηγούμενης δεκαετίας. Μίλησα με τον πατέρα μου, συμφώνησε να συζητήσω με τους προμηθευτές μας. Άρχισα από αυτόν στην πόλη μας, μου είπε πως δεν είχε κάποια λύση, μεταξύ μας ούτε και τον πολυένοιαζε. Αυτός στη Θεσσαλονίκη, το περιφερειακό εμπορικό κέντρο, μου είπε τα ίδια και με κάλεσε για τσίπουρα εκεί στο Καπάνι, λες και αυτό ήταν το πρόβλημά μου…

Κατέβηκα δύο φορές στην Αθήνα και συνάντησα τους μεγαλύτερους παίκτες στην αγορά κρέατος, μας ήξεραν όλοι επειδή στέλναμε στην Αθήνα κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες αρνιά και κατσίκια. Κανείς δεν νοιάστηκε. «Άστους να πληρώσουν αν θέλουν να φάνε καλό κρέας, είσαι νέος, θα μάθεις» μου είπαν και οι τρεις εισαγωγείς που έφερναν αυτές τις «μπάλες». «Έτσι μας έρχονται, νεαρέ μου! Εμείς τις παίρνουμε και τις χωρίζουμε στην τύχη, τις ανακατεύουμε και τις στέλνουμε στους πελάτες μας σε όλη την Ελλάδα, σαν και εσάς. Δεν επεμβαίνουμε και πολύ στη διαδικασία. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε». Τα μονοπώλια δεν είναι ποτέ καλά και τότε κάθε τομέας της οικονομίας ήταν ένα μονοπώλιο».

Η: «… και τώρα είναι»

– «Άσε με να πιστεύω πως τώρα είναι λιγότερο από τότε.

Στον δρόμο της επιστροφής με το λεωφορείο από την Αθήνα στην Κατερίνη δεν μπορούσα να συμβιβαστώ με αυτή την κατάσταση, είχα σκάσει! Πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει κάποια λύση; Πώς μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να συνεχίσουμε έτσι, πουλώντας στους ανθρώπους λίπος και εισπράττοντας λεφτά για κρέας;

Ο πατέρας και ο αδερφός μου είπαν ότι αν νιώθω άσχημα για το θέμα, μπορούσαμε να σταματήσουμε να πουλάμε αυτό το προϊόν, από σεβασμό στους πελάτες μας. Πώς όμως θεωρείς ότι σέβεσαι τους πελάτες σου, λέγοντάς τους να πάνε και να αγοράσουν το προϊόν από κάποιον άλλον; Γιατί σίγουρα δεν θα απαρνιούνταν το βοδινό!

Έρευνα αγοράς

Τον επόμενο μήνα ρωτούσα καθημερινά δεκάδες πελάτες αν θα δέχονταν να πληρώσουν περισσότερο για τις βοδινές «μπάλες», με εμάς να αναλαμβάνουμε το ρίσκο να τις κόψουμε προκαταβολικά μπροστά τους και να πληρώσουν μόνο αν έβλεπαν ότι έχουν κρέας και όχι πάχος. Όλοι είπαν ναι, οι περισσότεροι επέμεναν πως θα πλήρωναν και τα διπλά χρήματα, αρκεί να ξέρουν πως αγοράζουν σίγουρα κρέας. Οι πελάτες λοιπόν το ήθελαν, υπήρχε η αγορά…»

Η: «Ναι, αλλά δεν υπήρχε τρόπος για εσένα να εγγυηθείς κάτι τέτοιο».

– «Δεν υπήρχε τρόπος αν συνέχιζα να παίζω το παιχνίδι με τους προϋπάρχοντες κανόνες, στο ήδη στημένο «γήπεδο», με τα προκαθορισμένα δεδομένα. Εγώ όμως αποφάσισα να «αλλάξω γήπεδο» και να ρισκάρω να δημιουργήσω μία νέα κατάσταση.

Το σχέδιο και η μελέτη

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 μάλλον ήμουν ο μόνος στην Κατερίνη που αγόραζα τη Ναυτεμπορική, την υπέροχη αυτή οικονομική εφημερίδα. (σ.σ. ως και τη δεκαετία του ΄80 πάλι μόνος του ήταν, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία). Μεταξύ άλλων, αυτό που ξεχώριζε στη Ναυτεμπορική ήταν το γεγονός ότι δημοσίευε τις αφίξεις των εμπορικών πλοίων στα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης. Πέρασα δύο ακόμη μήνες από τη ζωή μου μελετώντας το πρόβλημα κάθε βράδυ, μετά από τις συνήθεις 16 ώρες δουλειάς μου στη διάρκεια της μέρας. Έγραφα τις ημέρες άφιξης των πλοίων «που περιέχουν φορτίο με ελεγχόμενη θερμοκρασία» και άρχισα να ρωτώ τους προμηθευτές μας για «τυχόν νέες παραδόσεις». Σχεδόν στο ξεκίνημα του τρίτου μήνα της δουλειάς μου ήμουν πλέον σε θέση να συσχετίσω τις αφίξεις που διάβαζα με αυτές που μου έλεγαν αυτοί: «Το πλοίο μόλις έφτασε, σύντομα θα έχουμε νέες ποσότητες για να πουλήσουμε».

Πήγα και πάλι στην Αθήνα και άρχισα να προσπαθώ να βγω για καφέ ή τσίπουρο με ανθρώπους που δούλευαν για τους τρεις μεγάλους εισαγωγείς από βοδινές «μπάλες». Παρά τις πολλές συναντήσεις και τα ακόμη περισσότερα «χαρτζηλίκια», σχεδόν όλοι με κορόϊδευαν:

«Τι νομίζεις πως πετυχαίνεις ρωτώντας όλες αυτές τις ερωτήσεις; Δεν μπορείς να λύσεις αυτό το πρόβλημα, είναι άλυτο. Γύρνα πίσω στο χωριό σου, εκεί που είσαι ο βασιλιάς, εδώ είναι άλλο επίπεδο, δεν είναι για εσένα» μου έλεγαν. Όλοι εκτός από έναν, τον Κώστα, που ήταν πιο ανοικτόμυαλος και πίστεψε σε εμένα.

Έστω και έτσι, κατάφερα να φτιάξω ένα ημερολόγιο, ένα χρονικό πλαίσιο στο οποίο συνέβαιναν πράγματα. Κατάλαβα πότε θα έφθανε το νέο φορτίο, πόσον καιρό τα προϊόντα θα έμεναν στο καράβι ή στους ψυκτικούς χώρους που υπήρχαν στο λιμάνι και πότε θα μεταφέρονταν στα ψυγεία των εισαγωγέων.

Μετά από περίπου τρεις μήνες, είχα επιτέλους στήσει το σχέδιό μου. Όταν υπολογίζα ότι θα ερχόταν ένα νέο φορτίο, θα πήγαινα στο λιμάνι του Πειραιά, θα εντόπιζα το καράβι και θα έβρισκα τρόπο να καταλάβω ποιες από τις «μπάλες» έχουν κρέας πριν αυτές φτάσουν στον εισαγωγέα τους! Ο πατέρας μου είπε ότι θα ήταν αδύνατο να τα καταφέρω, αλλά έστω και έτσι ήταν περήφανος για μένα που είχα φτάσει ως εκεί και ήθελα να προσπαθήσω. Μου ζήτησε να δει τη δουλειά και την προετοιμασία μου, του έδειξα τις σημειώσεις μου. Είχα μελετήσει κάθε κιβώτιο από τις «μπάλες» βοδινού, είχα καταγράψει όποια πληροφορία μπορούσα να εντοπίσω, ακόμη και αν δεν ηξερα γρι από ξένες γλώσσες. Μέχρι που είχα πληρώσει και φωτογράφο για να τις φωτογραφήσει και να έχω μαζί μου φωτογραφίες!

Ένα πρόβατο ανάμεσα στους λύκους

Πήρα το βραδυνό λεωφορείο για την Αθήνα, για να φτάσω τα ξημερώματα στην πρωτεύουσα της χώρας μας. Ο καιρός ήταν απαίσιος. Η Αθήνα ήταν παγωμένη και ο Πειραιάς ακόμη πιο κρύος. Το χρώμα του ουρανού ήταν κάτι ανάμεικτο, γκρίζο και καφέ… Παρατήρησα πολλές άσχημες φάτσες γύρω μου. Άσχημες είπα; Ας πούμε καλύτερα ότι ήταν πρόσωπα από δυστυχισμένους ανθρώπους, που προσπαθούσαν να με «μετρήσουν» και να εκτιμήσουν την πιθανότητα να μου κλέψουν κάτι… Για μία στιγμή κοντοστάθηκα και σκέφτηκα… τι κάνω εγώ εδώ; Ένας νέος άνθρωπος από μία μικρή Ελληνική πόλη… στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας… σε ένα εντελώς εχθρικό περιβάλλον… να προσπαθώ να μη με κοροϊδέψουν όλοι αυτοί οι λύκοι, να μη με κατασπαράξουν…

Αλλά δεν είχα κάνει τόσο δρόμο για να τα παρατήσω εκείνη τη στιγμή. Αποφάσισα ότι δεν θα τους άφηνα να καταλάβουν πόσο πολύ φοβόμουν… έτσι άρχισα να τους ρωτάω έναν προς έναν, ψάχνοντας να βρω πληροφορίες «για το καράβι από την Αργεντινή»… τους κοιτούσα κατάματα για να καταλάβουν ότι ήμουν ίσος με αυτούς, ίσως και δυνατότερος… μου πήρε 4,5 ώρες για να το βρω. Όταν τελικά έφτασα στο σωστό σημείο, στάθηκα μπροστά από το πλοίο και κατάλαβα ότι μόλις ξεκινούσε η προσπάθειά μου να πετύχω κάτι αδύνατο…

Ο Κώστας με περίμενε.

– «Μοιάζεις με πρόβατο μέσα στους λύκους εδώ, ψηλέ» μου είπε.

– «Ας βιαστούμε λοιπόν, πριν οι λύκοι με πάρουν χαμπάρι».

Πες μου την ιστορία σου.

Έχεις κάποια αληθινή ιστορία που πιστεύεις ότι αξίζει να διηγηθώ;

Γράψε μου για να τα πούμε!

Ψάχνοντας ψίλους στα άχυρα…

– «Αυτό είναι το πλοίο, αλλά το φορτίο έχει ξεφορτωθεί και μεταφερθεί στα ψυγεία του λιμανιού, εκεί κατευθυνόμαστε τώρα».

Είχα ήδη πληρώσει τον Κώστα που με βοήθησε να φτάσω ως εκεί. Πλήρωσα έναν από τους διευθυντές του λιμανιού για να μας αφήσει να φτάσουμε στα ψυγεία. Ο υπεύθυνος για «το φορτίο με ελεγχόμενη θερμοκρασία» έπρεπε να είναι και αυτός ευχαριστημένος. Ρώτησα τους εργάτες εκεί αν ήθελαν χαρτζηλίκι. Επτά εμφανίστηκαν μπροστά μου, οι τρεις από τη Βόρεια Ελλάδα, από τα μέρη μας. Διάλεξα αυτόν που καταγόταν πιο κοντά στην Κατερίνη, αυτός θα ήταν που θα έκανε τη βρώμικη δουλειά, θα κουβαλούσε, θα έκοβε κλπ. Τον ονόμασα «γείτονα» και του άρεσε.

Αφού μοίρασα τα λεφτά, μπήκαμε στα ψυγεία και φτάσαμε στο φορτίο με τις βοδινές «μπάλες». Είχαμε όλοι φορέσει επιπλέον ρούχα πριν ανοίξουν οι πόρτες της κατάψυξης. Είδα πολλές παλέτες με μεγάλο ύψος, όλες με κιβώτια από βοδινές «μπάλες». 

– «Και τώρα τι κάνουμε;» με ρώτησε ο Κώστας.

Άνοιξα την τσάντα μου, έβγαλα από εκεί τις σημειώσεις και τις φωτογραφίες που είχα μαζί μου. Ο «γείτονας» και όλοι οι άλλοι ήταν ανυπόμονοι…

– «Βιάσου, ψηλέ, θα παγώσουμε εδώ».

Τους ζήτησα να βγάλουν έξω 10 παλέτες, κάθε μία από διαφορετικό τμήμα του φορτίου. Τις μελέτησα με προσοχή, ψάχνοντας για οποιοδήποτε σημάδι σε αυτές. Οι Αργεντινοί ήταν καλοί επαγγελματίες, όλα ήταν συσκευασμένα με προσοχή και τάξη. Κόψαμε τα προστατευτικά μίας παλέτας. Αμέσως αναγνώρισα τα κουτιά που πουλάγαμε και εμείς στο κρεοπωλείο μας. Για άλλα 15 λεπτά μελετούσα κάθε παλέτα, κάθε πληροφορία που ήταν διαθέσιμη, έψαχνα για έναν τρόπο να εντοπίσω το πώς σκέφτονταν οι Αργεντινοί, πώς ξεχώριζαν κάτι από κάτι άλλο.

Όλοι διαμαρτύρονταν… Πήρα ένα φλασκί με ουίσκυ από την τσάντα μου και τους το έδωσα, ζητώντας τους άλλα τρία λεπτά. Έψαχνα πραγματικά έναν ψίλο στα άχυρα και δεν ήξερα καν αν ο ψίλος όντως ήταν εκεί.

Η σκληρή δουλειά ανταμοίβεται

Λίγο πριν τα παρατήσω, παρατήρησα ένα μικρό γράμμα της αλφαβήτου, γραμμένο σε ένα μικρό χαρτί χαμηλά σε κάθε παλέτα. Έλεγξα τις φωτογραφίες μου και ήμουν σίγουρος πως αντίστοιχα γράμματα υπήρχαν και σε κάθε κουτί που πουλούσαμε. Ζήτησα από τον Κώστα να ελέγξει τις παλέτες για τέτοια γράμματα και γρήγορα εντοπίσαμε έξι διαφορετικά!

Ζήτησα από τον «γείτονα» να ανοίξει τις έξι παλέτες, καθεμία μαρκαρισμένη με άλλο γράμμα. Στη συνέχεια τον παρακάλεσα να μου φέρει δύο κουτιά από κάθε παλέτα. Έδωσα στον Κώστα τα λεφτά για 12 κουτιά, προσθέτοντας και 10% επί της τιμής.

– «Για να πληρώσεις τη ζημιά στο αφεντικό σου»

– «Ούτε που θα το καταλάβει»

– «Θέλουμε να μάθουμε τι συμβαίνει και πώς λειτουργεί το σύστημα, όχι να του κλέψουμε τα λεφτά».

Πήραμε τα δώδεκα κουτιά, καλύψαμε και πάλι τις παλέτες, βγήκαμε εντελώς από τον χώρο των ψυγείων και προχωρήσαμε σε ένα άλλο σημείο των αποθηκών. Μετά από μία ώρα σε υψηλότερη θερμοκρασία, το κρέας μπορούσε πλέον να κοπεί, έτσι ζήτησα από τον «γείτονα» να επιστρέψει με έναν μπαλτά.

Μου πήρε δεκαπέντε λεπτά για να καταλάβω. Τρία από τα γράμματα ταυτίζονταν με βοδινές «μπάλες» γεμάτες λίπος. Δύο γράμματα ταυτίζονταν με «μπάλες» που είχαν λιγότερο λίπος και μόνο ένα γράμμα υποδείκνυε ότι οι συγκεκριμένες βοδινές «μπάλες» ήταν σκέτο κρέας! Ζήτησα από τον «γείτονα» να ξαναπάει στο ψυγείο και να φέρει κουτιά από διαφορετικές παλέτες που να έχουν όλες το ίδιο γράμμα, «το καλό». Σε όλες είδα το ίδιο αποτέλεσμα! Μόνο ψαχνό κρέας!

– «Δηλαδή μου λες ότι οι Αργεντινοί μας ενημερώνουν για το ποιες βοδινές «μπάλες» είναι καλές και ποιες όχι, χρησιμοποιώντας αυτά τα γράμματα;» με ρώτησε ο Κώστας.

– «Δεν το είδες και μόνος σου; Δεν το ήξερες ως τώρα;»

– «Κανείς δεν το ξέρει… τις μεταφορτώνουμε στα ψυγεία μας, τις μοιράζουμε τυχαία και ελπίζουμε ότι όλοι οι πελάτες θα έχουν ίσες ευκαιρίες στις «μπάλες» με βοδινό κρέας».

Η πρόταση

– «Αν μπορείς να κρατήσεις ένα μυστικό, έχω να σου κάνω την παρακάτω πρόταση. Θα πληρώνω στο αφεντικό σου επιπλέον 10% για να με αφήνει να είμαι «ένας από τους πρώτους πελάτες που θα φορτώνω» και σε εσένα θα δίνω 5% επί του τιμολογίου για να μου διασφαλίζεις πως θα παίρνω πάντα βοδινές «μπάλες» με το σωστό γράμμα».

– «Μπορώ να σου βάλω στην άκρη και όλη την ποσότητα με αυτό το γράμμα».

– «Όχι, αν πάμε να τα πάρουμε όλα, γρήγορα θα το καταλάβουν. Κράτα μου το ένα τρίτο της ποσότητας, για να μην νιώσει η υπόλοιπη αγορά ότι κάτι έχει αλλάξει».

Αλλάζοντας τους όρους του παιχνιδιού

Η: «Άρα, μπαμπά, αρχίσατε να πουλάτε μόνο βοδινές «μπάλες» με κρέας;»

– «Φυσικά και όχι! Συνέχισα να παίρνω και μικρές ποσότητες από τις τυχαίες «μπάλες», μαζί με τις καλές, με το κρέας. Μειώσαμε την τιμή στις τυχαίες και δώσαμε την επιλογή στους πελάτες μας να «αγοράσετε και μία πιο ακριβή «μπάλα» βοδινού, την οποία όμως θα κόβουμε προκαταβολικά, θα ελέγχετε ότι σας ικανοποιεί το αποτέλεσμα και θα πληρώνετε μετά». Μην ξεχνάς πως για να καταλάβουν οι πελάτες ότι κάτι είναι καλό, πάντα πρέπει να έχουν και με τι να το συγκρίνουν».

Η: «Είχε αποτελέσματα η κίνηση αυτή;»

– «Ήταν ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα που αναπτύξαμε στην επιχείρησή μας και μας επέτρεψαν να επιταχύνουμε την αποπληρωμή του τεράστιου δανείου που πήραμε το 1958, οπότε ναι, η κίνηση είχε αποτέλεσμα, άλλαξε τους όρους του παιχνιδιού στη δουλειά μας».

Η: «Δεν θύμωσαν όλοι οι άλλοι κρεοπώλες στην πόλη μαζί σας, για τη δυνατότητά σας να προσφέρετε εγγύηση ποιότητας πουλώντας βοδινές «μπάλες»;»

– «Φυσικά! Όλοι τους ήταν πολύ θυμωμένοι μαζί μας! Συνεχώς ρωτούσαν τους τοπικούς προμηθευτές και έψαχναν για λύση… τους πήρε χρόνια για να μάθουν το μυστικό μας. Αλλά για εμένα το πιο σημαντικό ήταν ότι κατάφερα να κάνω όλη την οικογένειά μας ευτυχισμένη και περήφανη! Ξέρεις τι σημαίνει να κυκλοφορείς στην πόλη και να σε ευχαριστεί ο κόσμος γιατί μπορείς να του εγγυάσαι αυτό που ψάχνει; Επίτρεψέ μου να σου πω ότι ένιωσα και προσωπική περηφάνια, μιας και κατάφερα να λύσω έναν τέτοιο γρίφο».

Η: «Ναι αλλά πλήρωσες τόσα λεφτά! Θα μπορούσες να μη βρεις τίποτε και να γυρίσεις πίσω με άδεια τα χέρια και τις τσέπες σου!»

– «Ήταν ένα υπολογισμένο ρίσκο, δεν θα έβαζε σε κίνδυνο το μέλλον της επιχείρησής μας όπως και να είναι. Από την άλλη, όταν έχεις δικιά σου δουλειά θα πρέπει να παίρνεις και κάποιες αποφάσεις. Αν δεν έβρισκα τη λύση, θα έκανα οικονομία για ένα χρονικό διάστημα, μέχρι να αναπληρώσω τα χαμένα λεφτά. Εμπόριο χωρίς ανάληψη λελογισμένων ρίσκων, δεν είναι εμπόριο!»

Η: «Και μέχρι ποιο επίπεδο ένα ρίσκο θεωρείται λελογισμένο;»

– «Μέχρι του σημείου που το ρίσκο δεν υπονομεύει την ίδια τη δουλειά σου. Αν πάει κάτι στραβά, τότε απλά θα χάσεις ένα χρηματικό ποσό. Τη σημέρον ημέρα ας πούμε ότι θα χάσεις τα χρήματα για τις διακοπές σου. Αν όμως τα καταφέρεις και βρεις στόχο, τότε η ανταμοιβή θα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη για να αξίζει το ρίσκο».

Χρειάζεσαι σοβαρή καθοδήγηση για την επιχειρηματική / επενδυτική σου δραστηριότητα;

Κάθε μήνα συμβουλεύω ως 3 άτομα ή εταιρείες που χρειάζονται «μία out of the box προσέγγιση»

Γράψε μου για να μιλήσουμε! (Η υπηρεσία αυτή έχει κόστος)

Με τον πατέρα μου είχαμε πολλούς έντονους διαλόγους, για ατέλειωτα θέματα και απόψεις, μιας και ήμασταν και οι δύο ισχυρογνόμωνες και είχαμε επιχειρήματα για τα πάντα. Όμως σε αυτήν την περίπτωση είχε απόλυτο δίκιο. Έτσι, ήταν ανέλπιστα ήρεμος και χαμογελαστός όταν του είπα ότι θα πάω στην Αθήνα για να αντικαταστήσω τον τοπικό μου προμηθευτή, κάτι που κατάφερα να ολοκληρώσω με επιτυχία την ίδια χρονιά.

Θεσσαλονίκη, 2019

Αφού περίμενα τη μητέρα μου να τελειώσει κάποιες ιατρικές εξετάσεις, πήγαμε μαζί για να φάμε κάτι πριν φύγουμε, κοντά στη διασταύρωση της Πολυτεχνείου με τη Δωδεκανήσου. Εκεί συναντήσαμε δύο εξαιρετικούς επιχειρηματίες, φίλους του πατέρα μου αλλά και δικούς μου, με καταγωγή επίσης από την Κατερίνη. Όπως μιλούσαμε για δουλειές, ο μεγαλύτερος από αυτούς μου είπε:

– «Μου θυμίζεις τον πατέρα σου. Εσύ μάλλον δεν ξέρεις τα θαύματα και τη σοφία του, όμως εγώ ήμουν για πολλά χρόνια δίπλα του όταν ήμουν μικρός και πήγαινα σχολείο… μάλιστα κατά καιρούς είχα και ένα καθήκον, για το οποίο πάντα μου έδινε χρήματα…»

Η: «Τι καθήκον;»

– «Να περιμένω δίπλα στο τηλέφωνο, μήπως και κάποια στιγμή έρθει κλήση σχετικά με ένα καράβι από την Αργεντινή. Μόλις του έλεγα ότι έφτασε, έτρεχε να φύγει στην Αθήνα με το επόμενο λεωφορείο. Αυτές είναι παλιές ιστορίες, αγόρι μου, δύσκολο να τις καταλάβετε εσείς, οι νέοι άνθρωποι…»

Ο κύριος Κώστας από την Αθήνα είναι ακόμη ζωντανός, τον έχουμε γνωρίσει και μας έχει πει άπειρες ιστορίες για τον πατέρα μας. Τον θεωρούμε οικογενειακό φίλο και τον έχουμε επισκεφθεί πολλάκις.

Όταν βλέπεις ότι η δουλειά σου φτάνει σε αδιέξοδο, όταν νιώθεις ότι έχεις χάσει το παιχνίδι… σταμάτα να είσαι αρνητικός και απλά να περιμένεις με αδράνεια το τέλος! Ψάξε να βρεις τι ζητάει ο πελάτης σου! Ψάξε το δικό σου «καράβι από την Αργεντινή» = σκέψου έξω από τα πλαίσια που έχεις συνηθίσει. Ποτέ δεν είναι σίγουρο ότι θα το βρεις. Όμως είναι απολύτως σίγουρο ότι αν το βρεις, θα σου αλλάξει τη ζωή!

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Ο πατέρας μας, Παναγιώτης Η. Παπαγεωργιάδης, πέθανε στις 19.09.1995, όμως οι περιπέτειες, οι συμβουλές και τα επιχειρηματικά του μαθήματα παραμένουν πάντα στο μυαλό και την καρδιά των τριων μας, του Γρηγόρη, του Νίκου και του υποφαινόμενου. Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο σε αυτόν.

Reader Interactions

Ilias P. Papageorgiadis

Ilias Papageorgiadis

Ο Ηλίας Π. Παπαγεωργιάδης είναι επιχειρηματίας και σύμβουλος επιχειρήσεων, με δραστηριότητα από το 1993, πολλά και πετυχημένα projects, έντονη κοινωνική δράση, ενώ έχει συγγράψει και 4 βιβλία.

Σχόλια_

  1. Διονύσιος Κουρής αναφέρει:

    Συγχαρητήρια Ηλία .
    Διδακτικό κείμενο για όσους θέλουν να σκεφτούν περισσότερο, καλύτερα και δυναμικότερα.

  2. Προκοπιος Παντελης αναφέρει:

    Αγαπητέ Ηλία χαίρετε.
    Τι ομορφιά ζήσαμε διαβάζοντας το άρθρο σου ;Σ Ευχαριστουμε θερμά για ολα αυτά που μας ανέφερες,ειλικρινά .
    Αρχικά θέλω να σου προεξοφλήσω αγόγγυστα ότι αυτό το κείμενο δεν είναι για όλους Παρ όλη τη φιλόπονη και φιλότιμη προσπάθεια σου.Εκτός από νου γνωση και εμπειρία θέλει και πολύ καρδιά η υπόθεση του μπαμπά σου για να την κατανοηση σε όλο της το μεγαλείο κάποιος .
    Ειλικρινά ηθελα να σου γράψω παρόμοιες καταστάσεις ζωής που έχω περάσει με τον δικό μου πατέρα (στο επάγγελμα γυρολόγος μικροπωλητής σε πανιά,ρετάλια της πειραεικης πατραϊκής στα νησιά του Ιονίου πελάγους κερκυρα Παξοι Λευκαδα και το ξακουστό Μεγανησι όπου το εμπορικό κλουβάκι του το περνούσε απέναντι στο νησί επάνω σε ψαροκάικο για να πουλήσει την πραμάτεια του γιατί δεν υπήρχε φερυμποτακι.)
    ΕΙΧΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ.
    Ποσο αληθινά θα ηθελα κάποια φορά να είχα το προνόμιο να τα πούμε από κοντά!
    Λυπάμαι πολύ για το χαμό του πατέρα σου αλλά είναι κάτι που προς το παρόν κανείς δεν μπορεί να το αποφύγει.
    Ο δικός μου πατέρας χάθηκε δυο χρόνια μετά τον δικό σου 6/1/1997 Παναγιωτης Ιωάννης Παντελης
    Σ ευχαριστω …

    • Ilias Papageorgiadis αναφέρει:

      Ευχαριστώ πολύ για την κριτική σας.

      Με χαρά να τα πούμε από κοντά και με χαρά να γράψω και για κάποια από τις ιστορίες του πατέρα σας!

  3. Δημήτρης αναφέρει:

    θα σε βάλω ένα τεστ να δω αν γνωρίζεις μυστικά.
    Αν μαγειρέψω ένα κομμάτι φρέσκο μοσχαρί από φάρμα της Κατερίνης και ένα
    κομμάτι μοσχάρι κατεψυγμένο του πλοίου, τα μαγειρεύω μαζί και εξαιτίας μυρωδικών και μπαχαρικών έχουν την ίδια γεύση.
    πως μπορώ να ξεχωρίσω πιο είναι από Κατερίνη και πιο από Αργεντινή?

    • Ilias Papageorgiadis αναφέρει:

      Μπορεί τα χρόνια που δούλευα στο κρεοπωλείο της οικογένειας να έχουν περάσει προ πολλού, όμως θυμάμαι πως:
      1. Η ράτσα Κατερίνης έχει ελάχιστα ζώα, νομίζω ούτε 500 θηλυκά σε όλη την Ελλάδα
      2. Η χρήση των ζώων αυτών δεν ήταν κυρίως κρεατοπαραγωγική.

      Για τα υπόλοιπα δεν έχω κάποια απάντηση, δεν είμαι μάγειρας για να ξεχωρίσω τη συγκεκριμένη λεπτομέρεια.

      Αν από το κείμενο που έγραψα, το διαβάσατε και καταλάβατε ότι αυτό είναι το μήνυμά μου και αυτό νιώσατε την ανάγκη να με ρωτήσετε, τότε μάλλον έχουμε αποκλίνουσες απόψεις.

  4. Yiannis Savvidis αναφέρει:

    Σε ευχαριστούμε πολύ που μοιράζεσαι μαζί μας αυτές τις πολύ διδακτικές ιστορίες!
    Σε γνώρισα από το podcast του φίλου μου Αλέξιου.
    Πιστεύω ότι κάποια στιγμή ίσως συνεργαστούμε!

Διατυπώστε την άποψη σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Θέλεις να λαμβάνεις τα κείμενά μου απευθείας στο email σου;

Με ένα newsletter κάθε εβδομάδα. Επίσης θα πάρεις με προτεραιότητα τα υπό έκδοση e-books μου.

Με την εγγραφή σου συμφωνείς στην Πολιτική Τήρησης Απορρήτου του blog μου