ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

Πόσο κοστίζει το όνομά σου;

Για τους υπόλοιπους το Πάσχα είχε τελειώσει, όμως για εμάς ο δρόμος προς τον Γολγοθά μόλις τώρα ξεκινούσε… Την Τρίτη το απόγευμα επέστρεψα, μαζευτήκαμε όλοι στην κουζίνα για βραδινό… η μητέρα μου και γιαγιά σας είχε ετοιμάσει το αγαπημένο φαγητό καθενός από εμάς και το καλύτερο λευκό τραπεζομάντηλό της μας περίμενε φρεσκοσιδερωμένο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Καθίσαμε χωρίς να βγάλουμε λέξη. Αρχίσαμε να τρώμε και ο παππούς σας άρχισε να ιδρώνει, ως συνήθως… μετά από κάθε μπουκιά σηκώναμε το κεφάλι και κοιταζόμασταν στα μάτια, ο παππούς σας, ο θείος σας, η θεία σας, εγώ… η γιαγιά σας σηκώθηκε να πάρει κάτι και ρώτησε αν όλα ήταν εντάξει, αν κάποιος ήθελε να του φέρει κάτι, αν θέλουμε κάτι άλλο… ο πατέρας μου συνέχισε να κοιτάει εμάς, αλλά της απάντησε με μία ερώτηση… «Ναι, σε παρακαλώ, γυναίκα. Πες μας, πόσο κοστίζει το όνομά μας;»

Κάννες, 2008. Palais de Festivals, έκθεση MIPIM

– «Είστε από τη Ρουμανία;» (μου είπε στα αγγλικά)

Η: «Ασχολούμαστε με τα ακίνητα στη Ρουμανία», απάντησα στον κύριο που είχε έρθει μπροστά στο περίπτερό μας.

– «Ωραία, με ενδιαφέρει η χώρα σας».

Η: «Έλληνες είμαστε, που κάνουμε δουλειές στη Ρουμανία από το 2004 και πιστεύουμε πολύ στη δυναμική και την προοπτική της».

– «Α, ωραία, Έλληνας είμαι και εγώ», απάντησε ο κύριος και αλλάξαμε κάρτες. «Το όνομά σας… Ηλίας Παπαγεωργιάδης… κάτι μου θυμίζει… από που είστε;»

Η: «Από την Κατερίνη, αγαπητέ. Την πόλη κοντά στον Όλυμπο, το βουνό των Θεών, δίπλα στο Δίον, την αγαπημένη πόλη του Μεγάλου Αλεξάνδρου…»

– «… ποια είναι η σχέση σου με τον Ηλία Παπαγεωργιάδη, τον έμπορο κρεάτων;» με διέκοψε, με το βλέμμα του ξαφνικά να έχει αποκτήσει ένα διαφορετικό ενδιαφέρον…

Η: «Ο παππούς μας, είμαι εδώ με τον αδερφό μου».

Η μεγαλύτερη έκθεση ακινήτων του κόσμου ήταν και είναι η MIPIM στις Κάννες. Με εισιτήριο εσόδου ως και 1.900 Ευρώ και κόστος περιπτέρου (ενοίκιο + κατασκευή) από 20.000 – 30.000 Ευρώ και πάνω, δεν ήταν και δεν είναι κάτι εύκολο και προσιτό για τον καθένα. Εκεί συναντά κανείς τους επικεφαλής των μεγαλύτερων επενδυτικών σχημάτων του πλανήτη, εκεί βλέπει ανθρώπους που δεν θα δει ποτέ του ξανά αλλού…

Με τον Γρηγόρη αποφασίσαμε ότι αντί να αγοράσουμε καινούριο αυτοκίνητο, θα ήταν πιο σημαντικό να ανοίξουμε τα φτερά μας και να δοκιμάσουμε να πάμε στο επόμενο επίπεδο. Γούστα είναι αυτά, ή αλλιώς προτεραιότητες… Περάσαμε «συνέντευξη» για να δεχθούν να πληρώσουμε και να πάρουμε περίπτερο…

Ένας άνθρωπος ξαφνικά αρχίζει και κλαίει…

Ο Γρηγόρης είχε μόλις φύγει από το περίπτερό μας, δεν ήταν εκεί για να δει έναν κύριο περίπου 55 ετών με πανάκριβο κουστούμι να καταρρέει και να αρχίζει να κλαίει με λυγμούς… Αμέσως του προσφέραμε καρέκλα και ένα ποτήρι νερό… όμως μας πήρε πολλή ώρα για να τον δούμε να συνέρχεται και να ανακτά τις δυνάμεις και την αυτοκυριαρχία του. Μετά από μία φορτισμένη και ακραία συναισθηματική συζήτηση διάρκειας 20 λεπτών, συμφωνήσαμε να συνεργαστούμε για τις επενδύσεις της εταιρείας του στη Ρουμανία. Πριν φύγει από το περίπτερό μας, τον ένιωσα να μου πιάνει το χέρι, από το μπράτσο: «Αγόρι μου, το όνομά σου είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που έχεις στον κόσμο. Κάνε ό,τι μπορείς για να μην το χάσεις». Άρχισε να κλαίει ξανά ενώ απομακρυνόταν από εμένα, κατευθυνόμενος προς το μπαλκόνι, για να πάρει λίγο αέρα και να ηρεμήσει…

Κατερίνη, 1995.

Λίγους μήνες πριν πεθάνει ο πατέρας μας, ο Παναγιώτης Παπαγεωργιάδης, κατάφερε να επιλύσει ένα τεράστιο επιχειρηματικό πρόβλημα (που αποτελεί από μόνο του μία εξαιρετικά διδακτική ιστορία). Μερικά βράδια μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, ήμασταν μαζεμένοι στο σαλόνι του σπιτιού μας, όλη η οικογένεια. Ο πατέρας, η μητέρα, τα δύο αδέρφια μου και εγώ. Συζητούσαμε διάφορα πράγματα, όταν ο πατέρας μας επέμεινε για κάτι που δεν ήταν υλικό, την αξία του ονόματός μας. Η συζήτηση γρήγορα άλλαξε διαδρομή και όλοι μαζί τα τρία αγόρια επεμείναμε να μας πει περισσότερα…

Π: «Το καλύτερο παράδειγμα για κάτι τέτοιο θα είναι να σας διηγηθώ μία από τις αποφάσεις που χάραξαν ανεξίτηλα τη ζωή μου και την άλλαξαν για πάντα. Θέλετε να ταξιδέψουμε πίσω στον χρόνο;» μας ρώτησε και εισέπραξε 3 δυνατές φωνές που του είπαν «Ναι»!

Κατερίνη, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Αφηγείται ο Παναγιώτης Παπαγεωργιάδης

Π: «Σήμερα εμείς οι Έλληνες ζούμε σε άνετα, ευρύχωρα σπίτια και απολαμβάνουμε ένα πολύ υψηλό επίπεδο διαβίωσης. Όμως τα πράγματα δεν ήταν έτσι μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και ιδιαίτερα μετά από τον φρικτό εμφύλιο που ακολούθησε. Στη δεκαετία του ’50 η Ελλάδα ήταν μία διαφορετική χώρα. Μετά από την υποτίμηση της δραχμής το 1953, όταν σε ένα βράδυ μειώθηκε στο μισό η αξία της απέναντι στο δολάριο, η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, αλλά για την πλειοψηφία των οικογενειών το πρώτο και βασικό πρόβλημα ήταν να βρει φαγητό να βάλει στο τραπέζι κάθε μέρα.

Ήταν πάρα πολλοί αυτοί που ζούσαν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστευαν στο εξωτερικό, ενώ άλλοι ζούσαν μέσω της ανθρωπιστικής βοήθειας που ερχόταν στη χώρα. Κάθε δραχμή ήταν πολύτιμη. Όσο περνούσαν τα χρόνια, τα πράγματα είχαν αρχίσει να βελτιώνονται, το 1958 μπορούσες να δεις την πρόοδο, τη βελτίωση, τη διαφορά. Ήδη από το 1955 το όνειρο όλων ήταν να αγοράσουν κρέας, ήταν πολύ σημαντικό για τη ζωή τους, τους το συνέστηναν και οι γιατροί… 

Η Ελλάδα ήταν μία χώρα με τεράστιες ανισότητες. Όχι ανισότητες όπως λένε τώρα οι διάφοροι γραφικοί, πραγματικές ανισότητες. Στην Αθήνα τα πράγματα είχαν αρχίσει να γίνονται «αποδεκτά», στην Κατερίνη η ζωή ήταν «αξιοπρεπής», όμως στα χωριά της χώρας μας η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη, δεν είχαν καν ρεύμα!

Η δουλειά μας

Δεν είχαμε δικαίωμα να παραπονιόμαστε! Ξέρετε πως η οικογένειά μας ασχολούνταν με το κρέας από τότε που ήρθαμε από τον Πόντο, τη δεκαετία του ’20 και αφήσαμε το εμπόριο υφασμάτων. Ο παππούς σας, ο θείος σας και εγώ ήμασταν στη δουλειά, δουλεύοντας πολύ και σκληρά. Οι δύο μας αδερφές βοηθούσαν και αυτές όσο μπορούσαν, η πρώτη μέχρι να παντρευτεί, η δεύτερη με την αγάπη και τη φροντίδα της για εμάς.

Δουλεύαμε 18 ώρες τη μέρα και ήμασταν ανάμεσα στους λίγους εύπορους της πόλης (οι υπόλοιποι ήταν συνήθως κληρονόμοι περιουσιών, ή άνθρωποι που όταν έφυγαν οι τούρκοι το ’22 αντάλλαξαν μία κότα με 1.000 στρέμματα κλπ). Αυτό που βλέπετε τώρα ως ερείπιο μετά τα δικαστήρια (σ.σ. που μετακόμισαν από το κέντρο) ξέρετε ότι ήταν το σπίτι μας. Απέναντι από τα δικαστήρια ήταν το διοικητήριο των Γερμανών στην πόλη από το 1941 ως το 1944, η Κομαντατούρ. Πόσα βράδια δεν ξυπνήσαμε ως παιδιά, τρομαγμένοι από τις κραυγές αυτών που βασανίζονταν εκεί…

Το κρεοπωλείο μας ήταν στην κεντρική αγορά της πόλης, το δεύτερο μαγαζί μπαίνοντας από τα αριστερά. Εσύ Ηλία και εσύ Γρηγόρη το προλάβατε, «δουλέψατε» κιόλας σε αυτό (ξεκαρδίστηκε όταν μας θυμήθηκε να «πουλάμε κρέας στο μαγαζί» σε ηλικία 6 – 7 χρονών…). Αυτό ήταν η «μικρή» μας δουλειά. Η «μεγάλη» μας δουλειά ήταν η συγκέντρωση αρνιών από τον νομό μας και όλη την Κεντρική Μακεδονία και η πώλησή τους στην Αθήνα. Αυτή δεν ήταν μία δουλειά με μεγάλα περιθώρια κέρδους, το αντίθετο θα έλεγα. Σου έμενε ένα μικρό, ελάχιστο ποσοστό και το δέρμα του ζώου. Σου έδινε όμως τεράστια ρευστότητα. Όχι τυχαία η πρώτη γενιά των Ελλήνων εργολάβων οικοδομών τη δεκαετία του ΄50 και του ΄60 είχε άμεση ή έμμεση σχέση με το εμπόριο κρέατος.

Ο λόγος είναι συμβόλαιο

Η δουλειά πήγαινε πολύ καλά για την οικογένειά μας, θα σας έλεγα μάλιστα ότι άνθιζε, μας είχε ξαφνιάσει θετικά. Από το 1951 είχαμε καταγράψει συνεχόμενα χρόνια επιτυχίας και επιλέγοντας να επανεπενδύσουμε όλα μας τα χρήματα πίσω στη δουλειά, το 1958 είχαμε πλεονέκτημα σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Το 1958 είχαμε και τον πρώτο μας στόλο ιδιόκτητων αυτοκινήτων με ψύξη.

Ο μόνος που δεν ήθελε αυτοκίνητο ήταν ο παππούς σας ο Ηλίας. Καβαλούσε το άλογό του και γυρνούσε τα χωριά της Κεντρικής Μακεδονίας, κλείνοντας συμφωνίες για αρνιά και κρέας γενικότερα. Ο λόγος του ήταν συμβόλαιο. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν χαρτιά: Ό,τι είχες ήταν ο λόγος σου. Και το όνομά σου…

Ο εφιάλτης

Ο παππούς σας, ο θείος σας και εγώ περιμέναμε με αγωνία το Πάσχα του 1958. Ήμουν 28 χρονών και ένιωθα πως ήμασταν έτοιμοι να αλλάξουμε επίπεδο. Καμάρωνα τα αυτοκίνητά μας με τα «υπερσύγχρονα» για την εποχή ψυγεία τους! Ένα από αυτά το προλάβατε και εσείς τη δεκαετία του ΄80, την είδατε τη «Μαρμάρω» μας, όπως την αποκαλούσαμε.

Έτσι, με γνωριμίες και συμφωνίες σε όλη την Κεντρική Μακεδονία και καινούργιο στόλο, κλείσαμε όλες τις διαθέσιμες ποσότητες αρνιών που μπορούσαμε να βρούμε, τα «σκουπίσαμε» όλα! Νοικιάσαμε και επιπλέον αμάξια από τη Θεσσαλονίκη, οι πελάτες περίμεναν, όλα ήταν προγραμματισμένα μέχρι και την τελευταία τους λεπτομέρεια…

Στείλαμε τα αμάξια στην Αθήνα τη Μεγάλη Τετάρτη. Εκείνη την εποχή η εθνική οδός δεν είχε ακόμη κατασκευαστεί, ενώ τα τηλέφωνα ήταν ένα είδος πολυτελείας, όχι για πολλούς. Λίγο μετά την ώρα που έφυγε και το τελευταίο φορτίο, αρχίσαμε να έχουμε άγχος και περιμέναμε παράλογα να μας καλέσουν οι πελάτες μας και να μας πουν ότι όλα κύλησαν ομαλά και παρέλαβαν τα προϊόντα μας στις αποθήκες τους.

Δεν ήταν όμως γραφτό να πάνε έτσι τα πράγματα… χάσαμε τα ίχνη όλων των οδηγών… κανείς τους δεν είχε φτάσει στην Αθήνα… τη Μεγάλη Παρασκευή μας τηλεφώνησε ένας οδηγός που βρήκε τηλέφωνο στο αστυνομικό τμήμα σε ένα χωριό, παρακαλώντας τον χωροφύλακα να τον αφήσει να τηλεφωνήσει. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και φύγαμε για να τους βρούμε… κάθε αυτοκίνητό μας είχε σταματήσει σε διαφορετικό σημείο του παλιού δρόμου για την Αθήνα, όλα με προβλήματα στον κινητήρα τους (πολύ αργότερα μάθαμε ότι πέσαμε θύματα σαμποτάζ, κάποιος μάλλον έβαλε ζάχαρη στους κινητήρες).

Προσπαθήσαμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα, όμως ήταν ανθρωπίνως αδύνατο…»

Ο πατέρας μου σταμάτησε για λίγο… τα μάτια του είχαν βουρκώσει…

Π: «Έφτασα στη Βαρβάκειο Αγορά της Αθήνας το απόγευμα του Μεγάλου Σαββάτου… καταλήξαμε να πουλάμε… «κιμά από αρνί» με 11 δραχμές το κιλό… από αρνιά αγορασμένα με 40 δραχμές το κιλό, ολόκληρα. Δεν τα παράτησα ούτε εγώ, ούτε οι δικοί μας άνθρωποι εκεί. Μάταια όμως… Ποτέ δεν θα ξεχάσω πώς ένιωσα όταν πήρα τηλέφωνο τον πατέρα μου το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου… του είπα τι έγινε, του περιέγραψα ποιοι προσπάθησαν να μας βοηθήσουν, ποιοι μας φέρθηκαν άσχημα… η ζημία ήταν κολοσσιαία… οι πελάτες μας φυσικά αρνήθηκαν να παραλάβουν και να πληρώσουν τα αρνιά που έφτασαν Μεγάλο Σάββατο απόγευμα, ή και τη Δευτέρα του Πάσχα… εκείνη τη χρονιά το Πάσχα έπεσε στα μέσα Απριλίου, δεν μπορούσαν να πουν ότι θα τα κρατήσουν ως την Πρωτομαγιά για να τα πουλήσουν τότε…

Όταν τελείωσα όσα είχα να πω στον πατέρα μου, αυτός μου απάντησε με πολύ λίγες λέξεις…

Η: «Χριστός Ανέστη, γιε μου. Αναστήθηκε ο Χριστός, θα αναστηθούμε και εμείς. Ξεκουράσου και γύρνα πίσω όταν ηρεμήσεις. Σ’ αγαπούμε πολύ όλοι μας εδώ».

Η απάντηση

Για τους υπόλοιπους το Πάσχα είχε τελειώσει, όμως για εμάς ο δρόμος προς τον Γολγοθά μόλις τώρα ξεκινούσε… Την Τρίτη το απόγευμα επέστρεψα, μαζευτήκαμε όλοι στην κουζίνα για βραδινό… η μητέρα μου και γιαγιά σας είχε ετοιμάσει το αγαπημένο φαγητό καθενός από εμάς και το καλύτερο λευκό τραπεζομάντηλό της μας περίμενε φρεσκοσιδερωμένο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Καθίσαμε χωρίς να βγάλουμε λέξη. Αρχίσαμε να τρώμε και ο παππούς σας άρχισε να ιδρώνει, ως συνήθως… μετά από κάθε μπουκιά σηκώναμε το κεφάλι και κοιταζόμασταν στα μάτια, ο παππούς σας, ο θείος σας, η θεία σας, εγώ… η γιαγιά σας σηκώθηκε να πάρει κάτι και ρώτησε αν όλα ήταν εντάξει, αν κάποιος ήθελε να του φέρει κάτι, αν θέλουμε κάτι άλλο… ο πατέρας μου συνέχισε να κοιτάει εμάς, αλλά της απάντησε με μία ερώτηση… «Ναι, σε παρακαλώ, γυναίκα. Πες μας, πόσο κοστίζει το όνομά μας;»

Η μητέρα μου η Όλγα σταμάτησε να περπατά  και γύρισε και τον κοίταξε με απορία.

Ο: «Τι εννοείς, Ηλία;»

Η: «Γυναίκα, πόσο κοστίζει το όνομά μας;» ο πατέρας μου αυτή τη φορά σήκωσε τον τόνο της φωνής του…

Ο: «Πάντα λες ότι είναι ανεκτίμητο»

Ο πατέρας μου δεν απάντησε… επέστρεψε στο φαγητό του, κοιτάζοντάς μας στα μάτια έναν έναν με τη σειρά… Είχε κάνει εξορία στον Πόντο, είχε περάσει δύο παγκόσμιους πολέμους και τον ξεριζωμό από την Τουρκία στην Ελλάδα, όταν έφυγε με την οικογένειά του ως πλούσιος και ήρθε εδώ με τα ρούχα που φορούσε, η μητέρα πατρίδα δεν του έδωσε αυτά που του υποσχέθηκε. Όμως σηκώθηκε και πάλι… Ήταν 67 χρονών και πολύ περήφανος να αναζητήσει δικαιολογίες…

Η απόφαση και οι υπολογισμοί

Ίσως αυτό να ήταν το δείπνο της ζωής μου με τη μεγαλύτερη διάρκεια… αφού τελειώσαμε το φαγητό, πήραμε χαρτί και μολύβι και αρχίσαμε να υπολογίζουμε…

  • Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ασφαλιστικές εταιρείες που να προσφέρουν συμβόλαια κάλυψης κινδύνου.
  • Τα αρνιά είχαν μείνει απούλητα, λογικά θα σώζαμε ένα ελάχιστο, ευτελές ποσό από την αξία τους.
  • Από την άλλη, περισσότεροι από 150 παραγωγοί από δεκάδες χωριά μας εμπιστεύτηκαν με τα ζώα τους και περίμεναν και αυτοί τα λεφτά τους, είχαν ανάγκες και οικογένειες…
  • Όταν έδωσαν το χέρι στον παππού σας, το έδωσαν στον «Παπαγεωργιάδη, που θα πληρώσει ό,τι συμφωνήσει, πάντοτε. Αυτή η οικογένεια δεν κορόϊδεψε κανέναν». 
  • Δεν είχαμε τα λεφτά. Θα έπρεπε να πάρουμε δάνειο… όμως ποιος θα μας δάνειζε ένα τόσο μεγάλο πόσο; Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν στην αγορά λεφτά και αποτίμηση αξιών…

Ξημέρωσε και εμείς ακόμη μιλάγαμε. Αναλύσαμε κάθε πιθανότητα, στίψαμε το μυαλό μας και σκεφτήκαμε κάθε σενάριο. Στο τέλος η απόφαση ελήφθη και ήταν απλή:

«Καλύτερα να μας πουν βλάκες παρά κλέφτες. Θα βρούμε τρόπο να πληρώσουμε τους πάντες».

Το δάνειο

Εύκολα λες ότι αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου και αποφασίζεις να κάνεις το δύσκολο και σωστό. Όμως η υλοποίηση είναι πάντα πολύ πιο δύσκολη… Χρησιμοποιήσαμε όλα μας τα λεφτά για να πληρώσουμε προκαταβολές στους παραγωγούς στα χωριά. Εξηγήσαμε την κατάσταση, οι περισσότεροι έβρισαν και θύμωσαν, όμως αυτή ήταν η πραγματικότητα.

Σύντομα στον νομό Πιερίας και στους γειτονικούς νομούς της Κεντρικής Μακεδονίας το θέμα συζήτησης στα χωριά ήταν πώς «οι Παπαγεωργιάδηδες υπέστησαν δολιοφθορά και τώρα ζορίζονται να πληρώσουν τα λεφτά των ανθρώπων, μπορεί να εξαφανιστούν, μπορεί να τα έφαγαν» κλπ. 3 – 4 παραγωγοί μας μίλησαν άσχημα, μας έβρισαν. Δεν είχε σημασία, δίκιο είχαν οι άνθρωποι. Ο πατέρας μας και εμείς είχαμε μία κοινή γραμμή: Δεν κρυφτήκαμε, απαντήσαμε σε όλους, ψάξαμε για λύσεις. Κρατήσαμε το κεφάλι μας ψηλά και δουλέψαμε ακόμη πιο σκληρά.

Παράλληλα πήγαμε στις τράπεζες και ζητήσαμε δάνειο. Εκείνα τα χρόνια το να τις ονομάσεις «τράπεζες» θα ήταν ένα κομπλιμέντο. Μικρά ιδρύματα, με ανθρώπους ανίκανους να αποφασίσουν… αυτή ήταν η κατάσταση σε πόλεις όπως η Κατερίνη. Έπρεπε να πάμε στη Θεσσαλονίκη για να εξεταστεί το αίτημά μας και το δάνειο που ζητάγαμε ήταν ένα από τα μεγαλύτερα στη Μακεδονία, ενώ δεν υπήρχε κανένα συμβόλαιο που να αποδεικνύει ότι χρωστάμε στους κτηνοτρόφους. Ακόμη και στη Θεσσαλονίκη όμως, οι διευθυντές είχαν ακούσει για εμάς και το όνομά μας…

10 μήνες μετά, μας φώναξαν στη Θεσσαλονίκη. Μας είπαν ότι μας πιστεύουν και ότι για να πάρουμε το δάνειο θα έπρεπε να υποθηκεύσουμε τα πάντα. Το αποδεχθήκαμε την ίδια μέρα και πήραμε τα χρήματα, ένα από τα μεγαλύτερα δάνεια στη Βόρεια Ελλάδα εκείνη τη χρονιά. Τα χρήματα έφτασαν με ειδική χρηματαποστολή, είχαμε δεσμεύσεις για το πόσα μπορούσαμε να τραβήξουμε κάθε μέρα. Σε περίπου τριάντα μέρες είχαμε πληρώσει τους πάντες, ως την τελευταία δραχμή. Λιγότεροι από τους μισούς παραγωγούς μας ευχαρίστησαν που τους πληρώσαμε. Ξέχασαν ότι είχαν χάσει τα λεφτά τους πολλές φορές πριν συνεργαστούν με εμάς και είπαν κάτι του στυλ «άργησες, αλλά εντάξει, σε συγχωρώ». Δεν είχαμε πρόβλημα με αυτό. Σύντομα όλοι ήξεραν πως «οι Παπαγεωργιάδηδες προτίμησαν να ρισκάρουν τα πάντα, για να τηρήσουν τον λόγο τους».

1959 – 1988

Νομίζω ότι αυτό το δάνειο πληρώθηκε περίπου 20 φορές παραπάνω από την ονομαστική του αξία! Αν πήραμε 100, πληρώσαμε 2.000! Ακόμη και τότε που πλησιάζαμε να το εξοφλήσουμε, το 1974, η πτώση της Χούντας και η προετοιμασία για πόλεμο ενάντια στην Τουρκία διέλυσε την οικονομία και τα επιτόκια εκτοξεύτηκαν στο… 42%! Στη συνέχεια το δάνειο αυτό μπερδεύτηκε και με άλλα, τη δεκαετία του ΄80 ήμουν συχνά απρόσεχτος με τις πληρωμές, είχα τόσα πολλά προβλήματα στο κεφάλι μου, ξέρετε πόσες αναποδιές μας έτυχαν τότε. Ευτυχώς που μπήκε στη δουλειά η μαμά σας το 1986, έβαλε τα πράγματα ξανά σε μία σειρά και διασφάλισε την πληρωμή του δανείου στην ώρα του.

Μόλις 7 χρόνια πριν, το 1988, πήγε στην τράπεζα και πλήρωσε την τελευταία δόση. Ξέρετε… όταν με ρώτησε το θέμα και της εξήγησα, ποτέ της δεν σχολίασε, ποτέ της δεν παραπονέθηκε, ποτέ της δεν με κατηγόρησε για αυτή μου την επιλογή».

– «Μπαμπά, πήρατε ένα δάνειο όταν ήσουν 29 χρονών και το εξόφλησες όταν έγινες 58. Θυσιάστηκε μία γενιά και το ποσό πληρώθηκε 20 φορές παραπάνω από το αρχικό ποσό…»

Π: «Ναι και θα το έκανα ξανά, για να κρατήσω άσπιλο το όνομά μας. Αυτός είναι και ο λόγος που επιβιώσαμε στις δουλειές για δεκαετίες, αυτός είναι ο λόγος που λέτε ποιοι είστε και ποιοι είναι οι γονείς σας και βλέπετε στα πρόσωπα όλων το χαμόγελο και τον σεβασμό τους σε εσάς».

– «Το έκανες, το κάνατε λοιπόν σκεπτόμενοι το τι θα πει ο κόσμος;»

Π: «Το κάναμε πρώτα και κύρια για τον εαυτό μας, για εμάς τους ίδιους! Μετά για όλους τους άλλους! Το κάναμε για το όνομά μας, για την αξιοπρέπειά μας».

Κάννες, 2008

– «Κύριε Γρηγόρη, ξέρετε πόσο κακός άνθρωπος είναι ο κύριος Ηλίας! Αυτή τη φορά ξεπέρασε τον εαυτό του! Ήρθε ένας κύριος για να μιλήσουν για επενδύσεις στη Ρουμανία και ο κύριος Ηλίας τον έκανε να αρχίσει να κλαίει!» η συνεργάτιδά μας είχε κέφια, όταν ο Γρηγόρης επέστρεψε από ένα ραντεβού που είχε με έναν επενδυτή.

Γ: «Τι έγινε, ρε Ηλία; Λίγο σε άφησα και πάλι στεναχώρησες κάποιον;» ρώτησε ο Γρηγόρης γελώντας, συμμετέχοντας στο αστείο…

Η: «Γρηγόρη, πάρε καρέκλα και κάτσε».

Ο Γρηγόρης με κοίταξε δύσπιστα, αλλά τελικά κάθισε στην καρέκλα…

Η: «Θυμάσαι το δάνειο του 1959;»

Γ: «Ποιο δάνειο; Του μπαμπά, του παππού και του θείου;»

Η: «Ναι, αυτό».

Γ: «Εσύ δεν καπνίζεις, δεν πίνεις αλκοόλ, τι έπαθες; Τι συνέβη;» (ο Γρηγόρης άρχισε πάλι την πλάκα…)

Η: «Λοιπόν… έφυγε πριν από λίγο ένας κύριος που γεννήθηκε σε ένα χωριό της Πιερίας, έξω από την Κατερίνη. Η οικογένειά του πούλησε τα αρνιά της στη δικιά μας. Όταν πήραμε το δάνειο και τους πληρώσαμε, πήραν τα λεφτά και μετανάστευσαν στη Γερμανία. Οι γονείς του θεωρούσαν πάντα πως η ζωή τους άλλαξε επειδή η οικογένειά μας αποφάσισε να τους πληρώσει τότε. Αυτός μεγάλωσε, σπούδασε, μπήκε στις επιχειρήσεις και σήμερα έχει μεγάλη θέση σε ένα γερμανικό fund ακινήτων. Θεωρεί πως όλα αυτά έγιναν επειδή μπόρεσαν να φύγουν ως οικογένεια με τα λεφτά που πληρώθηκαν, παρά το ότι εγώ επέμεινα πως εμείς απλώς ξοφλήσαμε το χρέος μας..»

Ο Γρηγόρης έμεινε άναυδος… μου ζήτησε να επαναλάβω τα λόγια μου, για να σιγουρευτεί ότι άκουσε καλά…

Η: «… και τώρα, μετά από 49 χρόνια… αυτός ο άνθρωπος ένιωσε την ανάγκη να με ευχαριστήσει για το 1959, να μου διηγηθεί όσα του είπαν οι γονείς του για τον παππού και τον πατέρα μας και να μου πει πως θα είναι τιμή του να μπορέσουμε να κάνουμε μαζί δουλειές…»

Χρειάζεσαι σοβαρή καθοδήγηση για την επιχειρηματική / επενδυτική σου δραστηριότητα;

Κάθε μήνα συμβουλεύω ως 3 άτομα ή εταιρείες που χρειάζονται «μία out of the box προσέγγιση»

Γράψε μου για να μιλήσουμε! (Η υπηρεσία αυτή έχει κόστος)

Σήμερα

Κάποιες στιγμές μπορεί να είσαι πλούσιος, κάποιες άλλες μπορεί να είσαι φτωχός. Άλλες φορές τυχαίνει να αλλάξεις status και επίπεδο, «ρόδα είναι η ζωή και γυρίζει» στην τελική. Όμως το όνομά σου είναι η βάση για να κτίσεις τη ζωή και το μέλλον σου. Δεν χρειάζεται να ψάξεις «γεγονότα που σου αλλάζουν τη ζωή» για να αποδείξεις τις αρχές σου. Ξεκίνα με τις αποφάσεις που παίρνεις σε απλά πράγματα. Η αξία του ονόματός σου και οι αξίες σου θα φανούν σε κάθε περίπτωση…

Εσύ τι γνώμη έχεις;

ΥΓ. Ο πατέρας μας Παναγιώτης Παπαγεωργιάδης πέθανε λίγες μήνους αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1995.

Reader Interactions

Ilias P. Papageorgiadis

Ilias Papageorgiadis

Ο Ηλίας Π. Παπαγεωργιάδης είναι επιχειρηματίας και σύμβουλος επιχειρήσεων, με δραστηριότητα από το 1993, πολλά και πετυχημένα projects, έντονη κοινωνική δράση, ενώ έχει συγγράψει και 4 βιβλία.

Σχόλια_

  1. ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΙΑΝΝΙΟΣ αναφέρει:

    Ηλία μου παρά μα πάρα πολύ συγκινητική και ταυτόχρονα ενθαρρυντική η ιστορία σου. Πράγματι το όνομα σου…η τιμή σου σαν άνθρωπος είναι το άλφα και το ωμέγα όπως το περιέγραψες. Αλίμονο στους σημερινούς νέους που δεν τους νοιάζει και δεν τους επηρεάζει κάνεις και τίποτα…βλέπεις είναι καλομαθημένοι και επαναπαυονται με τα λεφτά των γονιών η/και τη σύνταξη των παππουδογιαγιαδων…Εύχομαι να είστε όλοι καλά εσύ και όλη η οικογένεια σου και να συνεχίζεις να μας δίνεις πάρα πολύ χρήσιμες συμβουλές…

  2. Ανδρέας Ντρίτσος αναφέρει:

    Πολύ διδακτική και συγκινητική η ιστορία κύριε Ηλία και πολύ καλός ο τρόπος που την αφηγηθήκατε.

    Προσωπική ακεραιότητα δίδαξε ο παππούς και ο πατέρας σας.

    Και αν χάσεις την ακεραιότητά σου… δε σου απομένει κάτι άλλο για να χάσεις.

    Καλή συνέχεια!

  3. Άννα κουρατίδου αναφέρει:

    Πολύ συγκινητική η ιστορία της οικογένειας σας .Γέμισαν τα μάτια μου δάκρυα γιατί θυμάμαι και τον δικό μου παππού που είχε σαν αρχή τον λόγο και όχι τα συμβόλαια και ότι το όνομα είναι πάνω από όλα και ο λόγος συμβόλαιο που και εγώ με την σειρά μου ως εγγονή αυτό κάνω και το πιστεύω ακράδαντα.Όντως η ζωή είναι μια ρόδα που γυρίζει και το πέρασα και εγώ.Ποντία περήφανη για αυτά που είχαν καταφέρει οι παππούδες και γονείς μου.Ερχομενοι φτωχοί από τον Πόντο και είχαν καταφέρει πολλά.!!!Σας εύχομαι ο Θεός να σας χαρίσει υγεία χαρές !!!Εύχομαι από καρδιάς η πορεία σας να είναι πάντοτε ανοδική επαγγελματικά και να μην ξαναβρεθείτε στη θέση του πατέρα σας !!!Καλό Πάσχα

    • Ilias Papageorgiadis αναφέρει:

      Χριστός Ανέστη και σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια!

      Βρεθήκαμε με τον αδερφό μου στη θέση του πατέρα μας και πήραμε την ίδια απόφαση 🙂

  4. Χάρης αναφέρει:

    Καλό Πάσχα! Πολυ ωραια αφήγηση όπως και κάθε σου κείμενο.
    Ο δικός μου πατέρας μετά από κάποιο ιατρικό λάθος και όντας εμφανισιακά πλέον αγνώριστος, υποβασταζόμενος στην κυριολεξία απο καποιο ξάδελφο του ειχε μεταβεί σε κάποιον τεχνίτη του οποιου ανέθεσε αρκετους μήνες προηγουμένως την επισκευή κάποιων ταχυμέτρων αυτοκινήτου.
    Η πρόθεση του πατέρα μου ήταν να πληρώσει τον τεχνίτη για την εργασία του και αν τελικά επιζησει να επιστρεψει ξανά να παραλάβει και τα ταχύμετρα. Δεν ήθελε να φανει ασυνεπής ή ανέντιμος που “εξαφανίστηκε” για μήνες λόγω της περιπέτειας του!!
    Ο τεχνίτης αυτός αφου αρχικά δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει τον πατερα μου με τον οποιο συνεργάζονταν τακτικά στο παρελθόν και με τις διασυνδέσεις που ειχε με το νοσοκομειο Χατάσα στο Ισραηλ, διευθέτησε τη μεταφορά του πατερα μου εκει την ιδια ακριβώς μέρα!.Αυτο κυριολεκτικά του έσωσε τη ζωη!!

    • Ilias Papageorgiadis αναφέρει:

      Θα ήθελα παρακαλώ να μου γράψετε και αν θέλετε να συζητήσουμε την ιστορία του πατέρα σας για να την περιγράψω σε μελλοντικό κείμενό μου. Χριστός Ανέστη

  5. Μιχάλης Περπινιας αναφέρει:

    Αχ πόσο σε καταλαβαίνω και συμφωνώ μαζί σου αγαπητέ Ηλία εγώ μια δεκαετία πριν βρέθηκα στο χείλος του γκρεμού αλλά ποτέ δεν σκέφτηκα να κάνω παύση πληρωμών όταν όλοι μου έλεγαν μην δώσεις φραγκο δεν φταις εσύ για αυτό που σου συμβαίνει γιατι πίστευα πιστεύω και θα πιστεύω ότι το παν στην ζωή είναι να έχεις καθαρό το όνομα σου.Οποτε καταλαβαίνεις πόσο σε νιώθω.

  6. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΚΑΜΠΕΤΑΣ αναφέρει:

    ..ΠΟΣΟ ΣΕ ΝΟΙΩΘΩ ΑΔΕΡΦΕ ΗΛΙΑ!..ΣΚΥΛΟΜΕΤΑΝΙΩΝΩ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΗΝ ΚΟΠΑΝΗΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΨΕΥΤΟΡΩΜΕΙΚΟ-ΚΟΛΧΟΖ ΟΣΟ ΕΙΧΑ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΕΙΑ!…

Διατυπώστε την άποψη σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Θέλεις να λαμβάνεις τα κείμενά μου απευθείας στο email σου;

Με ένα newsletter κάθε εβδομάδα. Επίσης θα πάρεις με προτεραιότητα τα υπό έκδοση e-books μου.

Με την εγγραφή σου συμφωνείς στην Πολιτική Τήρησης Απορρήτου του blog μου